διακόρησις

διακόρησις
deflowering
fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακόρησις — ( εως), η (Α) [διακορώ] διακόρευση …   Dictionary of Greek

  • διακορήσει — διακόρησις deflowering fem nom/voc/acc dual (attic epic) διακορήσεϊ , διακόρησις deflowering fem dat sg (epic) διακόρησις deflowering fem dat sg (attic ionic) διακορέω aor subj act 3rd sg (epic) διακορέω fut ind mid 2nd sg διακορέω fut ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακορήσεις — διακόρησις deflowering fem nom/voc pl (attic epic) διακόρησις deflowering fem nom/acc pl (attic) διακορέω aor subj act 2nd sg (epic) διακορέω fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόρησιν — διακόρησις deflowering fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόρευση — η (Α διακόρευσις και διακόρησις) [διακορεύω] η ρήξη τού παρθενικού υμένα, το ξεπαρθένεμα …   Dictionary of Greek

  • διακορήσεως — διακορήσεω̆ς , διακόρησις deflowering fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.